Η Πηνελόπη μιλά για την Ελλάδα


ΠΗΝΕΛΟΠΗ.ΦΗΜΙΟΣ

Πηνελόπη Ελλάδα

Τα λόγια της Πηνελόπης για την Ελλάδα και τον Οδυσσέα και, το τραγούδι του  Φήμιου
Ο Ιθακιώτης Φήμιος τραγουδά τον γυρισμό των Αχαιών θλιμένα και οι μνηστήρες ακούνε με προσοχή, σιωπηλοί. Ακούει και η Πηνελόπη το τραγούδι και κατεβαίνει από τα υψηλά δωμάτια του παλατιού και του νου, μαζί με δύο θεραπαινίδες, Αυτονόη και Ιπποδάμεια, την κλίμακα, σκάλα του παλατιού, βγάζει το μαντήλι και την μάσκα  και λέει στον αοιδό  τραγουδιστή:
Πάψε Φήμιε, αυτό το τραγούδι που για τον δοξασμένο άνδρα μου, μιλά, το κλέος της Ελλάδος και του Άργους και μου ραγίζει την καρδιά.
Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός στα Ομηρικά Έπη, πως όταν η Πηνελόπη κατεβαίνει τα σκαλιά, όμοια με την Άρτεμη , την Αφροδίτη και την Αθηνά, πάντα στηρίζεται σε κίονα που το ανάκτορο, γερά κρατεί. Είναι ο κίων της λογικής, στέρεος και ευθυτενής, γιατί η Πηνελόπη είναι περίφρων, πρότυπο λογικής. Επειδή η Πηνελόπη με άνδρες συνομιλεί, τους απευθύνεται με ό,τι μπορούν να καταλάβουν με βάση την δική τους ενεργειακή δομή.  Όσοι μπορούν βεβαίως να καταλάβουν και, οι μόνοι που κατανοούν τα  Ομηρικά Έπη  και τα λόγια της Πηνελόπης, είναι όσοι έχουν τα αποθέματα ενέργειας, (λόγω οικονομίας και αψογοσύνης ),  οδυσσειακή πάστα, μυαλό, αισθητική και λογική. Έτσι καταλαβαίνει, μαζί με τον ποιητή και τον μάντη Θεοκλύμενο,  η Πηνελόπη, ποιοι  ΑΝΔΡΕΣ είναι σωστοί και αυτοί που όφειλαν να είναι και ποιοι όχι, δούλοι και μνηστήρες σε κατάχρηση και κατάσταση αλγεινή.

 

Μόνοι οι άνθρωποι που είναι πρότυπα λογικής, μπορούν να είναι και πρότυπα γνώσης σιωπηλής και αυτό που έχει χαθεί είναι και η  γνώση  και η λογική, και πρέπει να Επιστρέψουν σε   μία Χώρα και ένα ΝΗΣΙ για να είναι ΜΑΖΙ με τη Μνήμη, όπως  ήταν στην Αρχή.

α Οδυσσείας

τοῦ δ’ ὑπερωϊόθεν φρεσὶ σύνθετο θέσπιν ἀοιδὴν
κούρη Ἰκαρίοιο, περίφρων Πηνελόπεια·
κλίμακα δ’ ὑψηλὴν κατεβήσετο οἷο δόμοιο,    330
οὐκ οἴη, ἅμα τῇ γε καὶ ἀμφίπολοι δύ’ ἕποντο.
ἡ δ’ ὅτε δὴ μνηστῆρας ἀφίκετο δῖα γυναικῶν,
στῆ ῥα παρὰ σταθμὸν τέγεος πύκα ποιητοῖο,
ἄντα παρειάων σχομένη λιπαρὰ κρήδεμνα·
ἀμφίπολος δ’ ἄρα οἱ κεδνὴ ἑκάτερθε παρέστη.
δακρύσασα δ’ ἔπειτα προσηύδα θεῖον ἀοιδόν·

«Φήμιε, πολλὰ γὰρ ἄλλα βροτῶν θελκτήρια οἶδας
ἔργ’ ἀνδρῶν τε θεῶν τε, τά τε κλείουσιν ἀοιδοί·
τῶν ἕν γέ σφιν ἄειδε παρήμενος, οἱ δὲ σιωπῇ
οἶνον πινόντων· ταύτης δ’ ἀποπαύε’ ἀοιδῆς    340
λυγρῆς, ἥ τέ μοι αἰὲν ἐνὶ στήθεσσι φίλον κῆρ
τείρει, ἐπεί με μάλιστα καθίκετο πένθος ἄλαστον.
τοίην γὰρ κεφαλὴν ποθέω μεμνημένη αἰεὶ
ἀνδρός, τοῦ κλέος εὐρὺ καθ’ Ἑλλάδα καὶ μέσον Ἄργος

 

Κι ἀπὸ τ’ ἀνώγια ἀκούγοντας τὸ θεῖο αὐτὸ τραγούδι
ἡ Πηνελόπη ἡ φρόνιμη, τοῦ Ἰκάριου ἡ θυγατέρα,
κατέβηκε τὶς ἁψηλὲς τοῦ παλατιοῦ τὶς σκάλες, 330
μόνη της ὄχι· ἀντάμα της δυὸ βάγιες κατεβῆκαν.
Κι ἡ ζουλεμένη ἀρχόντισσα σὰν πῆγε στοὺς μνηστῆρες,
πλάγι τοῦ στύλου στάθηκε τῆς δουλευτῆς τῆς στέγης
σηκώνοντας στὴν ὄψη της τὸ λιόλαμπρο φακιόλι,
μὲ τὶς παραστεκάμενες ἀπο τὰ δυὸ πλευρά της,
καὶ κρένει τοῦ τραγουδιστῆ μὲ μάτια δακρυσμένα·
“Φήμιε, ποὺ κι ἄλλα γνώριζες μαγευτικὰ τραγούδια,
μ’ ὅσα θνητοὺς κι ἀθάνατους δοξάζετε ἐσεῖς πάντα,
ἕν’ ἀπ’ αὐτὰ τραγούδα τους σιμά τους καθισμένος,
κι αὐτοὶ ἂς σωποῦν κι ἂς πίνουνε· πάψ’ τὸ τραγούδι ἐτοῦτο, 340
τὸ θλιβερό, ποὺ τὴν καρδιὰ μοῦ σκίζει μὲς στὰ στήθια,
γιατὶ σὰν ἄλληνα καμιὰ βαρὺς καημὸς μὲ δέρνει,
κι ὁλημερὶς ἀνιστορῶ καὶ λαχταρῶ τὸν ἄντρα,
ποὺ στὴν Ἐλλάδα ἡ δόξα του καὶ στ’ Ἄργος ὅλο ἁπλώθη.”

Μετάφραση Α. Εφταλιώτη

Ερμηνεία  ομηρικών στίχων  σε έρευνα διαχρονική, Αστραία

Τραγουδά ο φημισμένος  Όμηρος σε μια, των θαυμάτων μαγική, αυλή

Αστραία ©©

Advertisements

Το τραγούδι του τρυγητού


ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ

Σεπτέμβριος Διόνυσος

Ο μήνας των σταφυλιών

«Αμπέλι μου πλατύφυλλο και καλοκλαδεμένο,
δέσε σταφύλια κόκκινα,
να μπω να σε τρυγήσω,
να κάμω αθάνατο κρασί,
μοσχοβολιά γιομάτο». Κ. Κρυστάλης

Ο τρυγητός των αμπελιών και η δημιουργία του κρασιού είναι, άλλωστε, μια πανάρχαια διαδικασία που ανάγεται στην περίοδο της γεωργικής επανάστασης πριν από περίπου 7.000 χρόνια, ενώ και οι αρχαίοι Έλληνες ασχολήθηκαν με την οινοποιία τουλάχιστον από το 1700 π.Χ. Η σχετική μάλιστα μυθολογία για το κρασί, και η σύνδεσή του με το θεό Διόνυσο, είναι ιδιαίτερα πλούσια. Γιατί το κρασί αντιμετωπιζόταν ανέκαθεν όχι μόνο ως βασικό συστατικό της διατροφής, αλλά και της θρησκείας, αφού οι Έλληνες πίστευαν ότι το αίμα του σταφυλιού είναι αίμα του θεού Διονύσου και ότι πίνοντας κρασί μεταλαμβάνουν από το αίμα του θεού.

Η λατρεία του Διονύσου συνάντησε αρκετές δυσκολίες. Αρχικά, μάλιστα, και μια κάποια καχυποψία απέναντι στο κρασί, όπως αποτυπώνεται σε πολλούς σχετικούς μύθους. Πάρτε, για παράδειγμα, έναν αττικό μύθο που συνδέει τον αστερισμό της Παρθένου με το κρασί. Σύμφωνα με το μύθο αυτό, ο αστερισμός της Παρθένου αντιπροσωπεύει την Ηριγόνη, την κόρη του Ικάριου που πρώτος υποδέχτηκε τον Διόνυσο στην Αττική και από τον οποίο έμαθε την τέχνη να φτιάχνει το κρασί. Στον τόπο που έγινε η συνάντηση εκείνη φυτεύτηκε το πρώτο αμπέλι και η περιοχή ονομάστηκε από τότε Διόνυσος. ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

Σταφυλή, λέξη ομηρική,  Σ 561, ε 69, η 121, ω 343

ὄρχους δέ μοι ὧδ’ ὀνόμηνας
δώσειν πεντήκοντα, διατρύγιος δὲ ἕκαστος
ἤην; ἔνθα δ’ ἀνὰ σταφυλαὶ παντοῖαι ἔασιν,
ὁππότε δὴ Διὸς ὧραι ἐπιβρίσειαν ὕπερθεν.»

Ο Οδυσσέας μετρά την κληρονομιά του Λαέρτη:
Όρχους μου ονομάτισες και μου έδωσες 50 αμπέλια, έτοιμα για τρύγο
και επάνω  τους είχαν παντός είδους σταφύλια
όταν ερχόταν οι ώρες του Διός και οι εποχές,  γέμιζαν με καρπό

ω οδυσσείας

Ώρες  τρυγητών

Αστραία

Οδυσσέας και Αγαμέμνων


ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ

Οι καλοί αρχηγοί στις δυσκολίες φαίνονται

Στην δύσκολη στιγμή που βρίσκονται οι Αχαιοί, ο Οδυσσέας επεμβαίνει δυναμικά τολμηρά και θαρρετά. Όχι, λέει στον Αγαμέμνονα που ένα σκήπτρο, ανάξια κρατά. Οι σωστοί αρχηγοί δεν εγκαταλείπουν τον αγώνα και την μάχη ντροπιαστικά. Αυτό είναι το μήνυμα που δίνει ο Οδυσσέας στους αρχηγούς ενόπλων δυνάμεων, στρατηγούς,  αρχιστράτηγους, υποστράτηγους    με όλα  σκήπτρα που κρατούν. Ένα λαό που λιμοκτονεί και λοιμοκτονεί εξ αιτίας συστημάτων χρηματοπιστωτικών  να δουν και να αναλάβουν τις ευθύνες τους σε ό,τι τους αφορά. Ό,τι έχουν πάρει να το επιστρέψουν, ό,τι μας έχουν πάρει, ο Πάρις και οι λοιποί Τρώες,  να επιστραφεί για να μη θρηνήσουν οι Τρωάδες  γοερά, από την αρχή.

Ο θόρυβος κάνει τον Νέστορα να βγει από τη σκηνή του και να περιποιείται τον τραυματισμένο Μαχάονα. Η κατάσταση που αντικρίζει τον θλίβει. Αποφασίζει να επισκεφθεί τον Αγαμέμνονα στη σκηνή του. Τον βρίσκει απελπισμένο να παρακολουθεί τη μάχη με τους άλλους πληγωμένους αρχηγούς, τον Οδυσσέα και τον Διομήδη. Ο Αγαμέμνονας φοβάται μήπως ο Έκτωρ πραγματοποιήσει και τις χειρότερες απειλές του: να βάλει φωτιά στα πλοία και να σκοτώσει όλους τους Δαναούς. Τα αλλεπάλληλα χτυπήματα, λέει, δείχνουν ότι ο Δίας ευνοεί τους Τρώες, γι’ αυτό προτείνει και πάλι ως μόνη λύση τη φυγή μέσα στη νύχτα. Αυτή τη φορά, όμως, δε θα βρει αντίθετο μόνο τον Διομήδη αλλά και τον Οδυσσέα, που απορρίπτει την πρότασή του με λόγια προσβλητικά. Ο Οδυσσέας αντιδρά αγριεμένος, τον κοιτάζει λοξά και του λέει πως μόνο ένας άθλιος αρχηγός στρατεύματος  και ανάξιος σκηπτρούχος θα πρότεινε μια ντροπιαστική φυγή. Ο Αγαμέμνων παραδέχεται πως τα λόγια του Οδυσσέα τον πλήγωσαν  βαριά,αλλά όχι άδικα, και αισθανόμενος ντροπή, το ξανασυζητά.
Ξ Ιλιάδος
τὸν δ᾽ ἄρ᾽ ὑπόδρα ἰδὼν προσέφη πολύμητις Ὀδυσσεύς·
Ἀτρεΐδη ποῖόν σε ἔπος φύγεν ἕρκος ὀδόντων·
οὐλόμεν᾽ αἴθ᾽ ὤφελλες ἀεικελίου στρατοῦ ἄλλου
σημαίνειν, μὴ δ᾽ ἄμμιν ἀνασσέμεν, οἷσιν ἄρα Ζεὺς
ἐκ νεότητος ἔδωκε καὶ ἐς γῆρας τολυπεύειν
ἀργαλέους πολέμους, ὄφρα φθιόμεσθα ἕκαστος.
οὕτω δὴ μέμονας Τρώων πόλιν εὐρυάγυιαν
καλλείψειν, ἧς εἵνεκ᾽ ὀϊζύομεν κακὰ πολλά;
σίγα, μή τίς τ᾽ ἄλλος Ἀχαιῶν τοῦτον ἀκούσῃ 90
μῦθον, ὃν οὔ κεν ἀνήρ γε διὰ στόμα πάμπαν ἄγοιτο
ὅς τις ἐπίσταιτο ᾗσι φρεσὶν ἄρτια βάζειν
σκηπτοῦχός τ᾽ εἴη, καί οἱ πειθοίατο λαοὶ
τοσσοίδ᾽ ὅσσοισιν σὺ μετ᾽ Ἀργείοισιν ἀνάσσεις·
νῦν δέ σευ ὠνοσάμην πάγχυ φρένας, οἷον ἔειπες· 95
ὃς κέλεαι πολέμοιο συνεσταότος καὶ ἀϋτῆς
νῆας ἐϋσσέλμους ἅλαδ᾽ ἑλκέμεν, ὄφρ᾽ ἔτι μᾶλλον
Τρωσὶ μὲν εὐκτὰ γένηται ἐπικρατέουσί περ ἔμπης,
ἡμῖν δ᾽ αἰπὺς ὄλεθρος ἐπιρρέπῃ. οὐ γὰρ Ἀχαιοὶ
σχήσουσιν πόλεμον νηῶν ἅλα δ᾽ ἑλκομενάων, 100
ἀλλ᾽ ἀποπαπτανέουσιν, ἐρωήσουσι δὲ χάρμης.
ἔνθά κε σὴ βουλὴ δηλήσεται ὄρχαμε λαῶν.
τὸν δ᾽ ἠμείβετ᾽ ἔπειτα ἄναξ ἀνδρῶν Ἀγαμέμνων·
ὦ Ὀδυσεῦ μάλα πώς με καθίκεο θυμὸν ἐνιπῇ
ἀργαλέῃ· ἀτὰρ οὐ μὲν ἐγὼν ἀέκοντας ἄνωγα 105
νῆας ἐϋσσέλμους ἅλα δ᾽ ἑλκέμεν υἷας Ἀχαιῶν.
νῦν δ᾽ εἴη ὃς τῆσδέ γ᾽ ἀμείνονα μῆτιν ἐνίσποι
ἢ νέος ἠὲ παλαιός· ἐμοὶ δέ κεν ἀσμένῳ εἴη.

Μ’ άγριο βλέμμα λοξοκοιτάζοντας ο πολυμήτις Οδυσσέας,
του απάντησε:
«Ατρείδη, από τα χείλη σου ποίος εβγήκε λόγος;
Άθλιε, σ’ άλλον άτιμον στρατόν σου’πρεπε να’σαι
ο αρχηγός, όχι σ’ εμάς, που ο Ζευς από τα νιάτα
ως το γήρας έδωκε μ’ ανδρειά ν’ αγωνισθούμε
ως εις την ύστερην πνοήν τρομακτικούς πολέμους.
Την πόλιν την πλατύδρομην των Τρώων θε ν’ αφήσεις,
που εξ αφορμής της φοβερούς εκάμαμεν αγώνας;

Σίγα, μη και άλλος Αχαιός ακούσει αυτόν τον λόγον,
που άνθρωπος δεν θα’βγανεν ποτέ του από τα χείλη,
οπού να έχει νουν ορθόν και μέτρον σ’ ό,τι λέγει
και σκηπτροφόρος μάλιστα, που να’χ’ υποταγμένους
τόσους λαούς, όσους και συ δεσπόζεις τώρ’ Αργείους.
Και τώρ’ απ’ ό,τι επρόφερες τον νουν σου κατακρίνω,
που, ενώ κρατεί ο πόλεμος, μας λέγεις τα καράβια
στην θάλασσαν να σύρουμε, για να’λθουν εις τους Τρώας,
τα πράγματα, ως τα εύχονται, αν και νικούν αράδα,
κι εμάς να πάρει αφανισμός. Ότ’ οι Αχαιοί την μάχην
δεν θα κρατήσουν, άμα ιδούν να σύρωνται τα πλοία,
αλλά τα μάτια γύρωθεν θα στρέφουν δειλιασμένοι.
Και ιδού πώς βλάβην, αρχηγέ θα φέρ’ η συμβουλή σου.».
Και προς αυτόν απάντησεν ο μέγας Αγαμέμνων:

«Με ονειδισμόν μ’ επλήγωσες, πικρόν εις την ψυχήν μου,
Λαερτιάδη, αλλ’ εγώ δεν είπ’, αν δεν το θέλουν,
οι Αχαιοί, στην θάλασσαν να σύρουν τα καράβια.
Και τώρ’, ας έβγη άλλος κανείς, ή γέροντας ή νέος,
γνώμην να ειπή καλύτερην και θα μ’ ευχαριστήσει.».
μετάφραση Ι. Πολυλάς

Οι σωστοί αρχηγοί, όχι μόνο πρέπει να είναι , αλλά και να φαίνονται, 
ως πρώτη αρχή.
Αστραία