Αρχική » ΠΡΟΣΩΠΑ » Οδυσσέας και Αγαμέμνων

Οδυσσέας και Αγαμέμνων


ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ

Οι καλοί αρχηγοί στις δυσκολίες φαίνονται

Στην δύσκολη στιγμή που βρίσκονται οι Αχαιοί, ο Οδυσσέας επεμβαίνει δυναμικά τολμηρά και θαρρετά. Όχι, λέει στον Αγαμέμνονα που ένα σκήπτρο, ανάξια κρατά. Οι σωστοί αρχηγοί δεν εγκαταλείπουν τον αγώνα και την μάχη ντροπιαστικά. Αυτό είναι το μήνυμα που δίνει ο Οδυσσέας στους αρχηγούς ενόπλων δυνάμεων, στρατηγούς,  αρχιστράτηγους, υποστράτηγους    με όλα  σκήπτρα που κρατούν. Ένα λαό που λιμοκτονεί και λοιμοκτονεί εξ αιτίας συστημάτων χρηματοπιστωτικών  να δουν και να αναλάβουν τις ευθύνες τους σε ό,τι τους αφορά. Ό,τι έχουν πάρει να το επιστρέψουν, ό,τι μας έχουν πάρει, ο Πάρις και οι λοιποί Τρώες,  να επιστραφεί για να μη θρηνήσουν οι Τρωάδες  γοερά, από την αρχή.

Ο θόρυβος κάνει τον Νέστορα να βγει από τη σκηνή του και να περιποιείται τον τραυματισμένο Μαχάονα. Η κατάσταση που αντικρίζει τον θλίβει. Αποφασίζει να επισκεφθεί τον Αγαμέμνονα στη σκηνή του. Τον βρίσκει απελπισμένο να παρακολουθεί τη μάχη με τους άλλους πληγωμένους αρχηγούς, τον Οδυσσέα και τον Διομήδη. Ο Αγαμέμνονας φοβάται μήπως ο Έκτωρ πραγματοποιήσει και τις χειρότερες απειλές του: να βάλει φωτιά στα πλοία και να σκοτώσει όλους τους Δαναούς. Τα αλλεπάλληλα χτυπήματα, λέει, δείχνουν ότι ο Δίας ευνοεί τους Τρώες, γι’ αυτό προτείνει και πάλι ως μόνη λύση τη φυγή μέσα στη νύχτα. Αυτή τη φορά, όμως, δε θα βρει αντίθετο μόνο τον Διομήδη αλλά και τον Οδυσσέα, που απορρίπτει την πρότασή του με λόγια προσβλητικά. Ο Οδυσσέας αντιδρά αγριεμένος, τον κοιτάζει λοξά και του λέει πως μόνο ένας άθλιος αρχηγός στρατεύματος  και ανάξιος σκηπτρούχος θα πρότεινε μια ντροπιαστική φυγή. Ο Αγαμέμνων παραδέχεται πως τα λόγια του Οδυσσέα τον πλήγωσαν  βαριά,αλλά όχι άδικα, και αισθανόμενος ντροπή, το ξανασυζητά.
Ξ Ιλιάδος
τὸν δ᾽ ἄρ᾽ ὑπόδρα ἰδὼν προσέφη πολύμητις Ὀδυσσεύς·
Ἀτρεΐδη ποῖόν σε ἔπος φύγεν ἕρκος ὀδόντων·
οὐλόμεν᾽ αἴθ᾽ ὤφελλες ἀεικελίου στρατοῦ ἄλλου
σημαίνειν, μὴ δ᾽ ἄμμιν ἀνασσέμεν, οἷσιν ἄρα Ζεὺς
ἐκ νεότητος ἔδωκε καὶ ἐς γῆρας τολυπεύειν
ἀργαλέους πολέμους, ὄφρα φθιόμεσθα ἕκαστος.
οὕτω δὴ μέμονας Τρώων πόλιν εὐρυάγυιαν
καλλείψειν, ἧς εἵνεκ᾽ ὀϊζύομεν κακὰ πολλά;
σίγα, μή τίς τ᾽ ἄλλος Ἀχαιῶν τοῦτον ἀκούσῃ 90
μῦθον, ὃν οὔ κεν ἀνήρ γε διὰ στόμα πάμπαν ἄγοιτο
ὅς τις ἐπίσταιτο ᾗσι φρεσὶν ἄρτια βάζειν
σκηπτοῦχός τ᾽ εἴη, καί οἱ πειθοίατο λαοὶ
τοσσοίδ᾽ ὅσσοισιν σὺ μετ᾽ Ἀργείοισιν ἀνάσσεις·
νῦν δέ σευ ὠνοσάμην πάγχυ φρένας, οἷον ἔειπες· 95
ὃς κέλεαι πολέμοιο συνεσταότος καὶ ἀϋτῆς
νῆας ἐϋσσέλμους ἅλαδ᾽ ἑλκέμεν, ὄφρ᾽ ἔτι μᾶλλον
Τρωσὶ μὲν εὐκτὰ γένηται ἐπικρατέουσί περ ἔμπης,
ἡμῖν δ᾽ αἰπὺς ὄλεθρος ἐπιρρέπῃ. οὐ γὰρ Ἀχαιοὶ
σχήσουσιν πόλεμον νηῶν ἅλα δ᾽ ἑλκομενάων, 100
ἀλλ᾽ ἀποπαπτανέουσιν, ἐρωήσουσι δὲ χάρμης.
ἔνθά κε σὴ βουλὴ δηλήσεται ὄρχαμε λαῶν.
τὸν δ᾽ ἠμείβετ᾽ ἔπειτα ἄναξ ἀνδρῶν Ἀγαμέμνων·
ὦ Ὀδυσεῦ μάλα πώς με καθίκεο θυμὸν ἐνιπῇ
ἀργαλέῃ· ἀτὰρ οὐ μὲν ἐγὼν ἀέκοντας ἄνωγα 105
νῆας ἐϋσσέλμους ἅλα δ᾽ ἑλκέμεν υἷας Ἀχαιῶν.
νῦν δ᾽ εἴη ὃς τῆσδέ γ᾽ ἀμείνονα μῆτιν ἐνίσποι
ἢ νέος ἠὲ παλαιός· ἐμοὶ δέ κεν ἀσμένῳ εἴη.

Μ’ άγριο βλέμμα λοξοκοιτάζοντας ο πολυμήτις Οδυσσέας,
του απάντησε:
«Ατρείδη, από τα χείλη σου ποίος εβγήκε λόγος;
Άθλιε, σ’ άλλον άτιμον στρατόν σου’πρεπε να’σαι
ο αρχηγός, όχι σ’ εμάς, που ο Ζευς από τα νιάτα
ως το γήρας έδωκε μ’ ανδρειά ν’ αγωνισθούμε
ως εις την ύστερην πνοήν τρομακτικούς πολέμους.
Την πόλιν την πλατύδρομην των Τρώων θε ν’ αφήσεις,
που εξ αφορμής της φοβερούς εκάμαμεν αγώνας;

Σίγα, μη και άλλος Αχαιός ακούσει αυτόν τον λόγον,
που άνθρωπος δεν θα’βγανεν ποτέ του από τα χείλη,
οπού να έχει νουν ορθόν και μέτρον σ’ ό,τι λέγει
και σκηπτροφόρος μάλιστα, που να’χ’ υποταγμένους
τόσους λαούς, όσους και συ δεσπόζεις τώρ’ Αργείους.
Και τώρ’ απ’ ό,τι επρόφερες τον νουν σου κατακρίνω,
που, ενώ κρατεί ο πόλεμος, μας λέγεις τα καράβια
στην θάλασσαν να σύρουμε, για να’λθουν εις τους Τρώας,
τα πράγματα, ως τα εύχονται, αν και νικούν αράδα,
κι εμάς να πάρει αφανισμός. Ότ’ οι Αχαιοί την μάχην
δεν θα κρατήσουν, άμα ιδούν να σύρωνται τα πλοία,
αλλά τα μάτια γύρωθεν θα στρέφουν δειλιασμένοι.
Και ιδού πώς βλάβην, αρχηγέ θα φέρ’ η συμβουλή σου.».
Και προς αυτόν απάντησεν ο μέγας Αγαμέμνων:

«Με ονειδισμόν μ’ επλήγωσες, πικρόν εις την ψυχήν μου,
Λαερτιάδη, αλλ’ εγώ δεν είπ’, αν δεν το θέλουν,
οι Αχαιοί, στην θάλασσαν να σύρουν τα καράβια.
Και τώρ’, ας έβγη άλλος κανείς, ή γέροντας ή νέος,
γνώμην να ειπή καλύτερην και θα μ’ ευχαριστήσει.».
μετάφραση Ι. Πολυλάς

Οι σωστοί αρχηγοί, όχι μόνο πρέπει να είναι , αλλά και να φαίνονται, 
ως πρώτη αρχή.
Αστραία

Advertisements

Έσσετ’ ήμαρ

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s